2/06/2014

Timothy Treadwell, ερημίτης και τρελός.


«Αυτό που με στοιχειώνει περισσότερο απ' όλα είναι ότι σε όλα τα πρόσωπα των αρκούδων που φιλμάριζε επί χρόνια ο Τρέντγουελ, δεν μπορώ να διακρίνω κανένα σημάδι αναγνώρισης, οίκτου, κατανόησης. Το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι η συγκλονιστική αδιαφορία της φύσης. Η άδεια τους ματιά προς τον Τίμοθι δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά ένα μισοβαριεστημένο ενδιαφέρον για τροφή».
Είπε ο Werner Herzog.

Η κοινή λογική ακολουθεί πιστά την ιδεολογική στάση του Βέρνερ και αφήνει την ηθική υπόσταση της πράξης του Τρέντγουελ εκτός θεματολογίας. Θα συμφωνήσω στο γεγονός που παραθέτει ο Β. ότι δηλαδή στην φύση τα άγρια ζώα ενδιαφέρονται μόνο για φαγητό και επιβίωση, όντως ο Τ. έβλεπε μέσα στα μάτια τους και στα πρόσωπα τους μια οικειότητα που πρακτικά δεν του έχει δοθεί. Σε αυτό το σημείο θα θέσω την δική μου οπτική, ο Τ. έβλεπε αυτά τα ζώα επί πολλά χρόνια, τα πλησίαζε και τον πλησίαζαν, αυτός στα πλαίσια της παρατήρησης και αυτά στα πλαίσια της υπεράσπισης των εδαφών τους και της ανάγκης για τροφή.  Μέσα από τα μάτια του Τ. φάνταζαν πολεμιστές της γης, αθώα πλάσματα με μαγικές ικανότητες και γοητευτικές συνήθειες. Δεν νομίζω να είχε άδικο, όλα όσα ζούσε δίπλα τους ήταν ξεχωριστά, διαφορετικά από τα κατεστημένα των ανθρώπινων σχέσεων και διαφορετικά από τις συνήθειες άλλων ζώων. Φυσικά και οι αρκούδες δεν είναι φίλες του Τ. και των ανθρώπων ούτε θα γίνουν ποτέ, είναι ζώα που δεν εξημερώνονται (παραβλέπουμε τις αρκούδες των περιπλανώμενων θιάσων). Μπορεί να μην υπήρχε πραγματική σχέση μεταξύ των αρκούδων και του Τ. αλλά ήξεραν την μυρωδιά του, σέβονταν τα όρια του και την ύπαρξή του, ήταν μέρος του περιβάλλοντός τους για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Ο Τ. ήταν ερωτευμένος με τις αρκούδες, όπως ερωτεύονται οι άνθρωποι μεταξύ τους και βλέπουν τόσο διαφορετικά αυτούς που αγαπούν. Μέσα από την συνεχής επαγρύπνηση και τον συνεχή κίνδυνο ένοιωθε την ζωή του να εξυψώνεται, με την δική του ηθική ήταν σωστός απέναντι στην φύση του. Δεν μπορούσε όμως ο Τ. να ανταγωνιστεί την δύναμη και την θέληση για τροφή των αρκούδων. Η ανεπτυγμένη λογική του δεν τον παρότρυνε να σκοτώσει μια αρκούδα για να την φάει, για να την φορέσει, για να την ταριχεύσει, για να πάρει την χολή της και τα πέλματα ή για να βγει φωτογραφία μαζί της. Αυτά είναι πράγματα που τα κάνουν άνθρωποι που δεν έχουν λογική, δεν έχουν συναίσθηση των πράξεών τους ούτε ηθικούς φραγμούς. Τρελός λοιπόν είναι ο Τ. επειδή δεν αντιλήφθηκε την αδιαφορία στα μάτια των αρκούδων που έβλεπε κάθε μέρα από πολύ μικρή απόσταση επί αρκετά χρόνια. Είναι τρελός επειδή πίστευε πως η φύση λειτουργεί με αρμονικό και γαλήνιο τρόπο. Πάλι όμως κάτι μου βγαίνει λάθος. Έχουμε λοιπόν έναν φυσιολάτρη, που ενώ κατέστρεφε τον εαυτό του στον πολιτισμό πήγε να ζήσει στην Αλάσκα και να παρατηρεί τις αρκούδες, μέσα στην απομόνωση και στην συνεχή αδρεναλίνη προσπάθησε να βρει τον εαυτό του, έγινε καλύτερος άνθρωπος ως προς την ανθρώπινη φύση του και κακός πολίτης ως προς την κοινωνία καθώς παρανομούσε όσον αναφορά τους νόμους της περιοχής που έμενε στην Αλάσκα. Δεν άνηκε σε εκείνες τις συνθήκες και δεν θα μπορούσε να επιβιώσει επ αορίστου εκεί αλλά ένιωσε τον εαυτό του και τις πραγματικές ανάγκες του μέσα από τις ανάγκες και τις συνήθειες των αρκούδων. Έκανε το τραγικό λάθος να δεθεί με την φύση. Έκανε το τραγικό λάθος να αγαπήσει το άγριο. Πιστεύω πως ο Τ. ήξερε τι αγαπούσε, την αρμονία της φύσης και την δύναμη της να κρατάει τις ισορροπίες, καταλάβαινε γιατί οι αρσενικές αρκούδες σκότωναν τα μικρά αλλά η ανθρώπινη λογική του τον έκανε να στεναχωριέται για αυτό, ήξερε ότι οι λύκοι τρέφονται αρκετές φορές με μικρά αλεπουδάκια αλλά έκλαιγε στην θέα ενός πεθαμένου μικρού. Με λιγότερα λόγια, ήξερε την δύναμη της φύσης, έβλεπε το τρομακτικό της πρόσωπο, ζούσε συνεχώς με την απειλή της δικής του ζωής αλλά είχε την ανθρωπιά να συγκινείτε πραγματικά για κάθε τέτοιο γεγονός.

Καμουφλάριζε το καταφύγιο του, καμουφλάριζε το πρόσωπο του σε περίπτωση που πλησιάσουν ενοχλητικοί τουρίστες ή λαθρέμποροι. Θεωρήθηκε υπερβολικός και άλλη μια φορά τρελός με αυτήν του την κίνηση λες και δεν έχει βιντεοσκοπήσει τουρίστες και λαθρεμπόρους. Ήθελε να είναι μακριά από τους ανθρώπους, ήθελε να ξεφύγει από την μοίρα του και το έκανε. Στην απόφαση του αυτή πήραν μέρος και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν αξίζουν τίποτα παρά ένα ευχαριστώ από τον Β. που έκαναν τον Τ. να στραφεί στο μοναδικό τελικά πράγμα που ήταν καλός, στο να αγαπάει με όλη του την ψυχή κάτι που δεν πρόκειται να τον αγαπήσει εξίσου και να αφιερώσει χρόνια από την ζωή του σε αυτό. Στο τέλος βρήκε έναν τρόπο να μείνει χαραγμένο το όνομα στον τόπο εκείνο που ήθελε να γίνει σπίτι του, θα μπορούσε να πεθάνει για αυτά τα ζώα, τα προστάτευε πιο πολύ από την δική του σωματική ακεραιότητα. Ένα πράγμα έχουν κρατήσει οι περισσότεροι για αυτόν, ότι θα πέθαινε για να τα προστατέψει και αυτά τον σκότωσαν. Κάπου έχουμε κάνει λάθος, κάτι πάλι βγαίνει στραβά στην όλη ιστορία, μήπως αυτό το λάθος είναι το γεγονός της ανθρώπινης αδυναμίας του; Μήπως τελικά το μοναδικό λάθος είμαστε εμείς που δεν μπορούμε να νιώσουμε την φύση, που παρατάμε όσους νοιάζονται για εμάς επειδή πέρασε η αγάπη μας για αυτούς ή επειδή τους προδώσαμε την εμπιστοσύνη; Μήπως εμείς κρίνουμε χωρίς να έχουμε μέσα μας τα ένστικτα αυτών που κρίνονται; Μήπως είμαστε εμείς οι εφιάλτες του Τ.; Μήπως τελικά είμαστε εμείς οι επικίνδυνοι εισβολείς στα λιβάδια που ζουν Αρμονικότατα οι αρκούδες με τους δικούς τους νόμους; Μήπως δεν διαφέρουμε από τις αρκούδες; Μήπως δεν ξέρουμε να κατασπαράζουμε ζωές, ψυχές, ιδέες και συνειδήσεις;

Και τελοσπάντων μήπως είμαστε εμείς οι άγριες αρκούδες που βιντεοσκοπούσε ο Τ.; Μήπως εμείς σκοτώσαμε τον Τ.;



Άνθρωποι που δίνουν την ζωή τους, είτε με λάθος τρόπο είτε με τον σωστό, είτε παλεύουν είτε αναζητούν, έχουν διαπράξει το ύστατο έγκλημα κατά της παθητικότητας και κατά της κοινωνίας, ανεξαρτητοποιήθηκαν συναισθηματικά από τους δεσμούς της αιώνιας κατάρας του πολιτισμού.