2/10/2014

Μονόλογοι vol.2

Εκείνες οι μέρες που είναι τόσο ήσυχοι οι δρόμοι, ώστε όλοι οι ήχοι της πόλης να θυμίζουν φαντάσματα. Τα φύλλα από τα δέντρα, σαν μουσικοί να φέρουν ότι μελωδία ταιριάζει στην ψυχή όσων μπορούν να αφουγκραστούν την ιστορία τους. Θυμούνται τόσα γεγονότα και γεμίζουν με στίχους τις πιο βαριές λέξεις, κρατάνε στις αγκαλιές τους τα βουρκωμένα βλέμματα κάνοντας τον αέρα να φυσάει πάντα πρίμα στο διάβα τους. Σαν να ήταν όλα μια σκηνή από θέατρο που σου δημιουργεί εκείνη την γλυκιά απορία στο τέλος, εκείνο το γιατί στα πιο μεγάλα και στα πιο μικρά ερωτήματα. Θέατρο που επέλεξαν να δουν, με ηθοποιούς ανθρώπους που βλέπεις στους δρόμους, σκηνικά που συναντάς σπίτι σου και συναισθήματα που σε στοιχειώνουν πάντα. Δεν μπορείς να προσδιορίσεις ούτε το καλοκαίρι ούτε τον χειμώνα σε αυτές τις μέρες ιδίως όταν αντιλαμβάνεσαι το ρυθμό του τραγουδιού καθώς ανατριχιάζει όλο το κορμί σου και δεν ακολουθείς τίποτα άλλο παρά τον ρυθμό που πολλές φορές βγαίνει τόσο έντονα από την καρδιά σου που φτάνεις στο σημείο να φαντάζεσαι πως όλα αυτά είναι παραισθήσεις. Τι να θυμάσαι εκείνες τις στιγμές, μπορεί να περάσουν από το μυαλό σου ολόκληρα χρόνια αλλά είναι σίγουρα κάτι παραπάνω από δευτερόλεπτα και όλα αυτά γιατί κάτι πάνω σου δεν έχει ολοκληρώσει την κυκλική τροχιά του. Αν δεν σου φέρει ανακούφιση η στιγμή εκείνη τότε σίγουρα το μέλλον σου έχει πολλά στοιχεία του παρελθόντος που πρέπει να σβηστούν. Προφανώς και μπορείς να κρύψεις όσες αλήθειες θέλεις από τους άλλους, αλλά ο εαυτό σου είναι αρκετά σκληρός για να τις ξεχνάει στα εύκολα και να σου τις φέρνει στα δύσκολα. Βέβαια έπρεπε να καταλάβεις από την αρχή ότι δεν θα υπάρχει ποτέ γαλήνη στο μυαλό σου, όταν τρέμουν τα νεύρα σου στην πρώτη αναποδιά ή όταν κόβονται τα πόδια σου στο πρώτο χαιρέτισμα. Πιστεύω ότι τελικά από εκεί κρίνεται η ευαισθησία μας, αν μπορούμε να συγκρατηθούμε την πιο κατάλληλη στιγμή και αυτή δεν θα αποκαλυφθεί ποτέ. Η πιο αποδοτική μέθοδος για να κάνεις τους «αντιπάλους» να σε υπολογίζουν είναι να συμπεριφέρεσαι λες και όλα όσα γίνονται τα είχες σχεδιάσει. Αλλά πρώτα θα πρέπει να μάθεις στον εαυτό σου να αποκαλύπτεται μόνο υπό το κάλεσμα της νύχτας και της φύσης. Αυτό αν επιτευχθεί μπορεί να σημαίνει και ανεξαρτητοποίηση από τους κοινωνικούς δεσμούς και τις αναγκαίες σχέσης που ελεγχόμενα σχηματίζονται. {Μπορεί να γράφω συνεχώς για τα ίδια θέματα απλώς με διαφορετική αρχή, δεν ξέρω γιατί κάθε φορά τα θέματα και τα συμπεράσματα αυτά με παρασύρουν να τα ξανά αποτυπώσω, απλώς κάθε φορά προσπαθώ να τα παρουσιάσω πιο πειστικά από την προηγούμενη φορά ενώ παράλληλα προσπαθώ να τα κατανοήσω όσο το δυνατόν πιο βαθιά.} Οπότε, συνοψίζω, όταν βρεθεί κάποιος σε κατάσταση ηρεμίας το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό είναι η μελαγχολία, κάτι τελείως απαράδεκτο και υποτιμητικό για τον εγωισμό του. Πως μπορεί να διαχωριστεί λοιπόν η άμεση αντίδραση θαυμασμού σε οτιδήποτε με την αυτόματα συναισθηματική φόρτιση που δεν είχε κανένα ερέθισμα για να φουντώσει; Και καταλήγουμε στα ίδια, οι δεσμοί που συνδέουν όλους τους πολίτες μεταξύ τους και η λογική που δεν τους αφήνει να ερωτευθούν ένα δέντρο για παράδειγμα είναι οι αιτίες της βασικής μελαγχολίας. Όταν υπάρχει έμπνευση από την φύση και την γαλήνη τριγύρω αυτόματα σκεφτόμαστε τις περιόδους της ζωής μας που μόνο ηρεμία δεν είχαμε, ενώ τριγύρω μας εκείνη την στιγμή βασιλεύουν όλα τα υλικά στοιχεία που με ένα βλέμμα μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα. Μα αφού εμείς δίνουμε Προσωπικότητα στα πράγματα που χρησιμοποιούμε, που χειριζόμαστε και -μην ξεχάσουμε- μιλάμε. Αυτό είναι κάτι που με ανησυχεί ιδιαίτερα γιατί με βάση αυτήν μας την ιδιότητα προσδίδουμε ικανότητες και άποψη σε κάθε τι που μας κινεί το ενδιαφέρον εξωτερικά ή ψευτο-εσωτερικά. Λειτουργούμε με το ένστικτο που μας λέει πως όλα τα λάθη αν φαίνονται σωστά έχουν σίγουρα ένα μεγάλο ποσοστό ορθότητας. Βαφτίζουμε με λιγότερα λόγια την βόλεψη απαραίτητη ενέργεια για το καλό της υπόληψής μας. Έτσι λοιπόν εγώ αποφασίζω να φοβάμαι εκείνες τις μέρες, αν δεν ξέρεις τον εαυτό σου εκείνες τις μέρες θα αλλάξεις ξαφνικά δρόμο, θα περπατήσεις στον δρόμο ευθεία, θα περάσεις την κατηφόρα και θα στρίψεις δεξιά, θα κάνεις λάθος γιατί θα σκεφτείς πως η μέρα σε φέρνει εκεί, μα η μια μέρα δεν σου εγγυήθηκε ποτέ πως θα μείνει πάντα ίδια, όπως και οι άνθρωποι, δεν είχαν υπογράψει μαζί σου κανένα συμβόλαιο, δεν έχουν κανέναν όρο να τους διαμορφώνει, κανέναν κανόνα να τους κρατάει είτε κοντά είτε μακριά. Κάποτε θα μάθεις να πετάς με τα δικά σου φτερά, θα φύγεις από τα φτερά των άλλων, και δεν θα έχεις κανέναν να σε σηκώσει από το έδαφος, όταν σε αφήσουν κάπου ανάμεσα στα σύννεφα πρέπει μέχρι να φτάσεις ένα χιλιοστό πριν το έδαφος να πετάξεις μόνος σου ή να πέσεις για πάντα στην γη και στην ανάγκη όσων έχουν φτερά και χώρο στις πλάτες τους για κάποιον που η παρασιτική ζωή είναι η μοναδική που τους ανεβάζει πιο πάνω από τα όρια του εαυτού τους, θα κοιτάξουν κάποια φορά από ψηλά και αυτούς που πετάνε μόνοι τους και θα νιώσουν χαρά για τον εαυτό τους που τους πέρασαν μα η λεπτομέρεια που κρίνει την ελευθερία είναι ότι αυτοί δεν έχουν την επιλογή του προορισμού αλλά τι τους νοιάζει, δεν ξέρουν τι πάει να πει εαυτός.