Αν σου πουν πως σ’ αγαπάνε
και πως νοιώθουνε τι θες
να τους πεις πως εμείς ξέρουμε
καλύτερα την μελωδία της παρακμής
Στο μάτια μας κυλάει σκοτάδι
μα ξέρουμε τι πάει να πει χαμογελώ
όχι εκείνο το φωτεινό και δυνατό
μα το πιο φτωχό
Μας λείπει τόσο η ευτυχία που
ονομάζουμε
χαρούμενο το κάθε βολικό και
παράλληλα
αντλούμαι ενέργεια με το παραμικρό
ευχάριστο ρητό
Ποια μελωδία ξέρεις θα μου πεις
και εγώ ευθέως στα μάτια
θα σε κοιτάξω, της ψυχής, γιατί έχεις
μέσα σου
τον πιο τρελό ρυθμό
Θα σου θυμίσω όσο πιο ήρεμα
μπορώ, την πιο σωστή σου ερμηνεία
Ώστε να δεις και εσύ πίσω από
Την κουρτίνα της σιωπής
Ίσως να μάθεις κατευθείαν να γελάς
ίσως όμως να μην πάψεις να πονάς
είναι η ταυτόχρονη εμπειρία του
καλού και του κακού ρομαντισμού
Η στιγμή που από το μυαλό σου
περνάει ο στοχασμός και φοβάσαι
να τεμαχίσεις της αγάπες της καρδιάς
για να γίνεις κι εσύ θεός
Είναι όλη η ζωή σου η μελωδία
της παρακμής και οι φόβοι σου
αναπάντεχη κραυγή, μα μέσα στο ρυθμό
νιώθεις την ζεστασιά του γέλιου των θνητών