1/05/2014

Μια κάποια περιγραφή συναισθημάτων


Το αίσθημα εκείνο της γλυκιάς ελευθερίας μετά από ανυπόμονη υπομονή, η διάρκεια εκείνη που νόμιζες ότι χάνεις την ζωή σου και όλος ο ενθουσιασμός σου έχει αποχωρήσει. Πέταγμα προς τα σύννεφα μια μέρα τόσο ζεστή και ταυτόχρονα δροσερή, καλοκαιρινά πρωινά ή ανοιξιάτικα μεσημέρια. Πως νομίζεις ότι τα πόδια σου αιωρούνται στον κόσμο σαν να ξέχασαν τους νόμους της βαρύτητας, σαν να υπάρχει μόνο η ψυχή για να περπατάει, καμιά υλική υπόσταση δεν είναι αρκετή για να κρατήσει απ αόριστον την δόση εκείνη.

Μα ποιο λουλούδι μπορεί να αντέξει το βαρύ χειμώνα για να υπάρχει αντίστοιχη ανταμοιβή που πέτυχε στην επιβίωση ενώ δεν ήταν στην φύση του να αντέχει. Έτσι όπως κρατάμε οχυρωμένες τις δεσμίδες εμπιστοσύνης μας, όπως ακριβώς φρουρούμε τα σύνορα του εαυτού μας, πως όλα συνδέονται και ταιριάζουν στην επανάληψη του κύκλου της ζωής. Οι πιο μικρές ανησυχίες φρόντισαν κάποτε τις πληγές του πιο φοβισμένου εφιάλτη και αυτός κρατούσε συντροφιά στις εντονότερες επιθυμίες.

Με τα χρώματα της γης να παίζεις όταν βρίσκεσαι κοντά της, να νιώθεις πως φυσάει απαλά πάνω σου τα κλαδιά της. Δεν είναι πιο καλή σαν είσαι μακριά της, οφείλεις να την επισκεφτείς για να καταφέρεις να ζωγραφίσεις την ομορφιά της. Πόσα καλά χωράνε στην καρδιά της, όσα και εκείνα που μισεί και διώχνει μακριά της, σε χώρες δίχως πράσινο και αναπνοές των ζώων, πατρίδες έκαναν και αυτοί τις εξορίες. Στεναχωρείς την φύση σου, την αφήνεις μόνη ενώ αυτή σου φρόντισε την τιμωρία να τελειώνει. Μύρισες κάποτε βροχή καθώς καθόσουν στο μπαλκόνι και τότε ήταν που μελαγχόλησες για την απόφασή σου μόνε.

Σιγά μην αφήσει φτερό να μην πετάξει, σιγά μην αφήσει πόδι να μην ταξιδέψει, σιγά μην αφήσει ψυχή χωρίς να νιώσει. Για όλους έχει ευχές να εκπληρώσει, πόσες ακόμα φυλακές να απελευθερώσει, πόσοι λύκοι της θα γκρεμίσουν την ασφάλεια των ανάξιων μοναρχών.  Ούτε ένα συγνώμη δεν θέλει να ακουστεί, χαλάει τις μελωδίες της αλήθειας, σαν μείνει ακόμα μια στάλα κρασί δεν θέλει να χαθεί στις κλωστές της άσπρης της ποδιάς της. Πως ξέρει να αφήνει κάτω τα μαλλιά της και όλα τα άνθη να απλώνονται μπροστά της, σαν βασιλιάς των γήινων και θεός των συγκάτοικών της.

Μισή να άφηνε ψυχή να γυροφέρνει θα έβλεπε στον ύπνο της όλο κακίες κυράδες, μαύρα τα ρούχα που φορούν όσες τον δρόμο χάλασαν. Να μην μπορεί η έκφραση να βρει το μονοπάτι του καημού της, να χάνεται σε γράμματα χιλιοειπωμένα και με αριθμούς μονότονους άγιασμα να προβλέπει. Εκεί στα δάση να περνάει και λάμψη ο φλοιός να δείχνει, να τραγουδούν σκοπούς οι πεταλούδες για τα ασχημόπαπα που χνούδια έχουν και όχι πούπουλα. Να κυλάνε δάκρυα στα μάτια της σαν άσπροι κύκνοι φεύγουν πάλι. Στην εξέλιξη να υπάρχει ο πιο βαθύς ο σεβασμός και μύριες εμπιστοσύνες να σκάβουνε στην γη να κρύψουν τα μυστικά της ομορφιάς της.