2/21/2014

Μικρές ευτυχίες

Αν σου πουν πως σ’ αγαπάνε
και πως νοιώθουνε τι θες
να τους πεις πως εμείς ξέρουμε
καλύτερα την μελωδία της παρακμής

Στο μάτια μας κυλάει σκοτάδι
μα ξέρουμε τι πάει να πει χαμογελώ
όχι εκείνο το φωτεινό και δυνατό
μα το πιο φτωχό

Μας λείπει τόσο η ευτυχία που ονομάζουμε
χαρούμενο το κάθε βολικό και παράλληλα
αντλούμαι ενέργεια με το παραμικρό
ευχάριστο ρητό

Ποια μελωδία ξέρεις θα μου πεις
και εγώ ευθέως στα μάτια
θα σε κοιτάξω, της ψυχής, γιατί έχεις μέσα σου
τον πιο τρελό ρυθμό

Θα σου θυμίσω όσο πιο ήρεμα
μπορώ, την πιο σωστή σου ερμηνεία
Ώστε να δεις και εσύ πίσω από
Την κουρτίνα της σιωπής

Ίσως να μάθεις κατευθείαν να γελάς
ίσως όμως να μην πάψεις να πονάς
είναι η ταυτόχρονη εμπειρία του
καλού και του κακού ρομαντισμού

Η στιγμή που  από το μυαλό σου
περνάει ο στοχασμός και φοβάσαι
να τεμαχίσεις της αγάπες της καρδιάς
για να γίνεις κι εσύ θεός

Είναι όλη η ζωή σου η μελωδία
της παρακμής και οι φόβοι σου
αναπάντεχη κραυγή, μα μέσα στο ρυθμό
νιώθεις την ζεστασιά του γέλιου των θνητών

2/13/2014

Να έρθεις για σένα

Αν είναι να έρθεις έλα αργά το βράδυ
Να έχουν κοιμηθεί οι διαβόλοι
Να μην μας βλέπουν οι αγγέλοι
Και αν είναι αργά θα μας ζεστάνει το σκοτάδι

Φώτα θολά να τρέμουν πίσω απ την πόρτα
Αν έρθεις αργά θα έχω κεριά αναμμένα
Πριν έρθεις θα υπάρχει σιωπή και μάτια κλαμένα
Σαν φύγεις εσύ η ευτυχία θα μείνει

Όποτε έρθεις ξανά δόσης χαράς θα γεμίσω
Σαν μιλήσεις εσύ όλους τους στίχους θα σβήσω
Χρώμα αλλάζει το σκοτάδι όταν ανοίγεις τα μάτια
Είναι η μέρα που μπλέκεται με την νύχτα

Η δική σου μελωδία φέρνει τα αστέρια
Μαγνήτες γίνονται τα χέρια
Αφού μπορείς και αλλάζεις εσύ
Γιατί να μην έρθουν όλα μαζί μας

Θέλω σαν είναι να έρθεις να ξυπνήσεις τα δέντρα
Πριν έρθεις να στρώσουν λουλούδια
Να κάψουν τα δάκρυα και να δροσίσουν το ρέμα
Να έρθεις για να είναι όλα δοσμένα

Ίσως κάπου να δεις και εμένα
Μπορεί να νιώσεις την αγάπη μου για σένα
Βέβαια όλα αυτά θα γίνουν

Αν έρθεις για σένα

2/10/2014

Μονόλογοι vol.2

Εκείνες οι μέρες που είναι τόσο ήσυχοι οι δρόμοι, ώστε όλοι οι ήχοι της πόλης να θυμίζουν φαντάσματα. Τα φύλλα από τα δέντρα, σαν μουσικοί να φέρουν ότι μελωδία ταιριάζει στην ψυχή όσων μπορούν να αφουγκραστούν την ιστορία τους. Θυμούνται τόσα γεγονότα και γεμίζουν με στίχους τις πιο βαριές λέξεις, κρατάνε στις αγκαλιές τους τα βουρκωμένα βλέμματα κάνοντας τον αέρα να φυσάει πάντα πρίμα στο διάβα τους. Σαν να ήταν όλα μια σκηνή από θέατρο που σου δημιουργεί εκείνη την γλυκιά απορία στο τέλος, εκείνο το γιατί στα πιο μεγάλα και στα πιο μικρά ερωτήματα. Θέατρο που επέλεξαν να δουν, με ηθοποιούς ανθρώπους που βλέπεις στους δρόμους, σκηνικά που συναντάς σπίτι σου και συναισθήματα που σε στοιχειώνουν πάντα. Δεν μπορείς να προσδιορίσεις ούτε το καλοκαίρι ούτε τον χειμώνα σε αυτές τις μέρες ιδίως όταν αντιλαμβάνεσαι το ρυθμό του τραγουδιού καθώς ανατριχιάζει όλο το κορμί σου και δεν ακολουθείς τίποτα άλλο παρά τον ρυθμό που πολλές φορές βγαίνει τόσο έντονα από την καρδιά σου που φτάνεις στο σημείο να φαντάζεσαι πως όλα αυτά είναι παραισθήσεις. Τι να θυμάσαι εκείνες τις στιγμές, μπορεί να περάσουν από το μυαλό σου ολόκληρα χρόνια αλλά είναι σίγουρα κάτι παραπάνω από δευτερόλεπτα και όλα αυτά γιατί κάτι πάνω σου δεν έχει ολοκληρώσει την κυκλική τροχιά του. Αν δεν σου φέρει ανακούφιση η στιγμή εκείνη τότε σίγουρα το μέλλον σου έχει πολλά στοιχεία του παρελθόντος που πρέπει να σβηστούν. Προφανώς και μπορείς να κρύψεις όσες αλήθειες θέλεις από τους άλλους, αλλά ο εαυτό σου είναι αρκετά σκληρός για να τις ξεχνάει στα εύκολα και να σου τις φέρνει στα δύσκολα. Βέβαια έπρεπε να καταλάβεις από την αρχή ότι δεν θα υπάρχει ποτέ γαλήνη στο μυαλό σου, όταν τρέμουν τα νεύρα σου στην πρώτη αναποδιά ή όταν κόβονται τα πόδια σου στο πρώτο χαιρέτισμα. Πιστεύω ότι τελικά από εκεί κρίνεται η ευαισθησία μας, αν μπορούμε να συγκρατηθούμε την πιο κατάλληλη στιγμή και αυτή δεν θα αποκαλυφθεί ποτέ. Η πιο αποδοτική μέθοδος για να κάνεις τους «αντιπάλους» να σε υπολογίζουν είναι να συμπεριφέρεσαι λες και όλα όσα γίνονται τα είχες σχεδιάσει. Αλλά πρώτα θα πρέπει να μάθεις στον εαυτό σου να αποκαλύπτεται μόνο υπό το κάλεσμα της νύχτας και της φύσης. Αυτό αν επιτευχθεί μπορεί να σημαίνει και ανεξαρτητοποίηση από τους κοινωνικούς δεσμούς και τις αναγκαίες σχέσης που ελεγχόμενα σχηματίζονται. {Μπορεί να γράφω συνεχώς για τα ίδια θέματα απλώς με διαφορετική αρχή, δεν ξέρω γιατί κάθε φορά τα θέματα και τα συμπεράσματα αυτά με παρασύρουν να τα ξανά αποτυπώσω, απλώς κάθε φορά προσπαθώ να τα παρουσιάσω πιο πειστικά από την προηγούμενη φορά ενώ παράλληλα προσπαθώ να τα κατανοήσω όσο το δυνατόν πιο βαθιά.} Οπότε, συνοψίζω, όταν βρεθεί κάποιος σε κατάσταση ηρεμίας το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό είναι η μελαγχολία, κάτι τελείως απαράδεκτο και υποτιμητικό για τον εγωισμό του. Πως μπορεί να διαχωριστεί λοιπόν η άμεση αντίδραση θαυμασμού σε οτιδήποτε με την αυτόματα συναισθηματική φόρτιση που δεν είχε κανένα ερέθισμα για να φουντώσει; Και καταλήγουμε στα ίδια, οι δεσμοί που συνδέουν όλους τους πολίτες μεταξύ τους και η λογική που δεν τους αφήνει να ερωτευθούν ένα δέντρο για παράδειγμα είναι οι αιτίες της βασικής μελαγχολίας. Όταν υπάρχει έμπνευση από την φύση και την γαλήνη τριγύρω αυτόματα σκεφτόμαστε τις περιόδους της ζωής μας που μόνο ηρεμία δεν είχαμε, ενώ τριγύρω μας εκείνη την στιγμή βασιλεύουν όλα τα υλικά στοιχεία που με ένα βλέμμα μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα. Μα αφού εμείς δίνουμε Προσωπικότητα στα πράγματα που χρησιμοποιούμε, που χειριζόμαστε και -μην ξεχάσουμε- μιλάμε. Αυτό είναι κάτι που με ανησυχεί ιδιαίτερα γιατί με βάση αυτήν μας την ιδιότητα προσδίδουμε ικανότητες και άποψη σε κάθε τι που μας κινεί το ενδιαφέρον εξωτερικά ή ψευτο-εσωτερικά. Λειτουργούμε με το ένστικτο που μας λέει πως όλα τα λάθη αν φαίνονται σωστά έχουν σίγουρα ένα μεγάλο ποσοστό ορθότητας. Βαφτίζουμε με λιγότερα λόγια την βόλεψη απαραίτητη ενέργεια για το καλό της υπόληψής μας. Έτσι λοιπόν εγώ αποφασίζω να φοβάμαι εκείνες τις μέρες, αν δεν ξέρεις τον εαυτό σου εκείνες τις μέρες θα αλλάξεις ξαφνικά δρόμο, θα περπατήσεις στον δρόμο ευθεία, θα περάσεις την κατηφόρα και θα στρίψεις δεξιά, θα κάνεις λάθος γιατί θα σκεφτείς πως η μέρα σε φέρνει εκεί, μα η μια μέρα δεν σου εγγυήθηκε ποτέ πως θα μείνει πάντα ίδια, όπως και οι άνθρωποι, δεν είχαν υπογράψει μαζί σου κανένα συμβόλαιο, δεν έχουν κανέναν όρο να τους διαμορφώνει, κανέναν κανόνα να τους κρατάει είτε κοντά είτε μακριά. Κάποτε θα μάθεις να πετάς με τα δικά σου φτερά, θα φύγεις από τα φτερά των άλλων, και δεν θα έχεις κανέναν να σε σηκώσει από το έδαφος, όταν σε αφήσουν κάπου ανάμεσα στα σύννεφα πρέπει μέχρι να φτάσεις ένα χιλιοστό πριν το έδαφος να πετάξεις μόνος σου ή να πέσεις για πάντα στην γη και στην ανάγκη όσων έχουν φτερά και χώρο στις πλάτες τους για κάποιον που η παρασιτική ζωή είναι η μοναδική που τους ανεβάζει πιο πάνω από τα όρια του εαυτού τους, θα κοιτάξουν κάποια φορά από ψηλά και αυτούς που πετάνε μόνοι τους και θα νιώσουν χαρά για τον εαυτό τους που τους πέρασαν μα η λεπτομέρεια που κρίνει την ελευθερία είναι ότι αυτοί δεν έχουν την επιλογή του προορισμού αλλά τι τους νοιάζει, δεν ξέρουν τι πάει να πει εαυτός. 

2/06/2014

Timothy Treadwell, ερημίτης και τρελός.


«Αυτό που με στοιχειώνει περισσότερο απ' όλα είναι ότι σε όλα τα πρόσωπα των αρκούδων που φιλμάριζε επί χρόνια ο Τρέντγουελ, δεν μπορώ να διακρίνω κανένα σημάδι αναγνώρισης, οίκτου, κατανόησης. Το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι η συγκλονιστική αδιαφορία της φύσης. Η άδεια τους ματιά προς τον Τίμοθι δεν δείχνει τίποτε άλλο παρά ένα μισοβαριεστημένο ενδιαφέρον για τροφή».
Είπε ο Werner Herzog.

Η κοινή λογική ακολουθεί πιστά την ιδεολογική στάση του Βέρνερ και αφήνει την ηθική υπόσταση της πράξης του Τρέντγουελ εκτός θεματολογίας. Θα συμφωνήσω στο γεγονός που παραθέτει ο Β. ότι δηλαδή στην φύση τα άγρια ζώα ενδιαφέρονται μόνο για φαγητό και επιβίωση, όντως ο Τ. έβλεπε μέσα στα μάτια τους και στα πρόσωπα τους μια οικειότητα που πρακτικά δεν του έχει δοθεί. Σε αυτό το σημείο θα θέσω την δική μου οπτική, ο Τ. έβλεπε αυτά τα ζώα επί πολλά χρόνια, τα πλησίαζε και τον πλησίαζαν, αυτός στα πλαίσια της παρατήρησης και αυτά στα πλαίσια της υπεράσπισης των εδαφών τους και της ανάγκης για τροφή.  Μέσα από τα μάτια του Τ. φάνταζαν πολεμιστές της γης, αθώα πλάσματα με μαγικές ικανότητες και γοητευτικές συνήθειες. Δεν νομίζω να είχε άδικο, όλα όσα ζούσε δίπλα τους ήταν ξεχωριστά, διαφορετικά από τα κατεστημένα των ανθρώπινων σχέσεων και διαφορετικά από τις συνήθειες άλλων ζώων. Φυσικά και οι αρκούδες δεν είναι φίλες του Τ. και των ανθρώπων ούτε θα γίνουν ποτέ, είναι ζώα που δεν εξημερώνονται (παραβλέπουμε τις αρκούδες των περιπλανώμενων θιάσων). Μπορεί να μην υπήρχε πραγματική σχέση μεταξύ των αρκούδων και του Τ. αλλά ήξεραν την μυρωδιά του, σέβονταν τα όρια του και την ύπαρξή του, ήταν μέρος του περιβάλλοντός τους για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα που δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Ο Τ. ήταν ερωτευμένος με τις αρκούδες, όπως ερωτεύονται οι άνθρωποι μεταξύ τους και βλέπουν τόσο διαφορετικά αυτούς που αγαπούν. Μέσα από την συνεχής επαγρύπνηση και τον συνεχή κίνδυνο ένοιωθε την ζωή του να εξυψώνεται, με την δική του ηθική ήταν σωστός απέναντι στην φύση του. Δεν μπορούσε όμως ο Τ. να ανταγωνιστεί την δύναμη και την θέληση για τροφή των αρκούδων. Η ανεπτυγμένη λογική του δεν τον παρότρυνε να σκοτώσει μια αρκούδα για να την φάει, για να την φορέσει, για να την ταριχεύσει, για να πάρει την χολή της και τα πέλματα ή για να βγει φωτογραφία μαζί της. Αυτά είναι πράγματα που τα κάνουν άνθρωποι που δεν έχουν λογική, δεν έχουν συναίσθηση των πράξεών τους ούτε ηθικούς φραγμούς. Τρελός λοιπόν είναι ο Τ. επειδή δεν αντιλήφθηκε την αδιαφορία στα μάτια των αρκούδων που έβλεπε κάθε μέρα από πολύ μικρή απόσταση επί αρκετά χρόνια. Είναι τρελός επειδή πίστευε πως η φύση λειτουργεί με αρμονικό και γαλήνιο τρόπο. Πάλι όμως κάτι μου βγαίνει λάθος. Έχουμε λοιπόν έναν φυσιολάτρη, που ενώ κατέστρεφε τον εαυτό του στον πολιτισμό πήγε να ζήσει στην Αλάσκα και να παρατηρεί τις αρκούδες, μέσα στην απομόνωση και στην συνεχή αδρεναλίνη προσπάθησε να βρει τον εαυτό του, έγινε καλύτερος άνθρωπος ως προς την ανθρώπινη φύση του και κακός πολίτης ως προς την κοινωνία καθώς παρανομούσε όσον αναφορά τους νόμους της περιοχής που έμενε στην Αλάσκα. Δεν άνηκε σε εκείνες τις συνθήκες και δεν θα μπορούσε να επιβιώσει επ αορίστου εκεί αλλά ένιωσε τον εαυτό του και τις πραγματικές ανάγκες του μέσα από τις ανάγκες και τις συνήθειες των αρκούδων. Έκανε το τραγικό λάθος να δεθεί με την φύση. Έκανε το τραγικό λάθος να αγαπήσει το άγριο. Πιστεύω πως ο Τ. ήξερε τι αγαπούσε, την αρμονία της φύσης και την δύναμη της να κρατάει τις ισορροπίες, καταλάβαινε γιατί οι αρσενικές αρκούδες σκότωναν τα μικρά αλλά η ανθρώπινη λογική του τον έκανε να στεναχωριέται για αυτό, ήξερε ότι οι λύκοι τρέφονται αρκετές φορές με μικρά αλεπουδάκια αλλά έκλαιγε στην θέα ενός πεθαμένου μικρού. Με λιγότερα λόγια, ήξερε την δύναμη της φύσης, έβλεπε το τρομακτικό της πρόσωπο, ζούσε συνεχώς με την απειλή της δικής του ζωής αλλά είχε την ανθρωπιά να συγκινείτε πραγματικά για κάθε τέτοιο γεγονός.

Καμουφλάριζε το καταφύγιο του, καμουφλάριζε το πρόσωπο του σε περίπτωση που πλησιάσουν ενοχλητικοί τουρίστες ή λαθρέμποροι. Θεωρήθηκε υπερβολικός και άλλη μια φορά τρελός με αυτήν του την κίνηση λες και δεν έχει βιντεοσκοπήσει τουρίστες και λαθρεμπόρους. Ήθελε να είναι μακριά από τους ανθρώπους, ήθελε να ξεφύγει από την μοίρα του και το έκανε. Στην απόφαση του αυτή πήραν μέρος και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν αξίζουν τίποτα παρά ένα ευχαριστώ από τον Β. που έκαναν τον Τ. να στραφεί στο μοναδικό τελικά πράγμα που ήταν καλός, στο να αγαπάει με όλη του την ψυχή κάτι που δεν πρόκειται να τον αγαπήσει εξίσου και να αφιερώσει χρόνια από την ζωή του σε αυτό. Στο τέλος βρήκε έναν τρόπο να μείνει χαραγμένο το όνομα στον τόπο εκείνο που ήθελε να γίνει σπίτι του, θα μπορούσε να πεθάνει για αυτά τα ζώα, τα προστάτευε πιο πολύ από την δική του σωματική ακεραιότητα. Ένα πράγμα έχουν κρατήσει οι περισσότεροι για αυτόν, ότι θα πέθαινε για να τα προστατέψει και αυτά τον σκότωσαν. Κάπου έχουμε κάνει λάθος, κάτι πάλι βγαίνει στραβά στην όλη ιστορία, μήπως αυτό το λάθος είναι το γεγονός της ανθρώπινης αδυναμίας του; Μήπως τελικά το μοναδικό λάθος είμαστε εμείς που δεν μπορούμε να νιώσουμε την φύση, που παρατάμε όσους νοιάζονται για εμάς επειδή πέρασε η αγάπη μας για αυτούς ή επειδή τους προδώσαμε την εμπιστοσύνη; Μήπως εμείς κρίνουμε χωρίς να έχουμε μέσα μας τα ένστικτα αυτών που κρίνονται; Μήπως είμαστε εμείς οι εφιάλτες του Τ.; Μήπως τελικά είμαστε εμείς οι επικίνδυνοι εισβολείς στα λιβάδια που ζουν Αρμονικότατα οι αρκούδες με τους δικούς τους νόμους; Μήπως δεν διαφέρουμε από τις αρκούδες; Μήπως δεν ξέρουμε να κατασπαράζουμε ζωές, ψυχές, ιδέες και συνειδήσεις;

Και τελοσπάντων μήπως είμαστε εμείς οι άγριες αρκούδες που βιντεοσκοπούσε ο Τ.; Μήπως εμείς σκοτώσαμε τον Τ.;



Άνθρωποι που δίνουν την ζωή τους, είτε με λάθος τρόπο είτε με τον σωστό, είτε παλεύουν είτε αναζητούν, έχουν διαπράξει το ύστατο έγκλημα κατά της παθητικότητας και κατά της κοινωνίας, ανεξαρτητοποιήθηκαν συναισθηματικά από τους δεσμούς της αιώνιας κατάρας του πολιτισμού.