Οι ασυμβίβαστοι εκείνης της εποχής τα είχαν
τετρακόσια. Αντιλαμβάνονταν την σάπια κοινωνία που τους περιέβαλε, ένοιωθαν την
αχρειότητα των γειτόνων τους. Δεν άντεχαν την βρωμιά της πολιτικής. Το πράσινο
χρώμα είχε αφανιστεί από τα πάρκα που έψαχναν για να κουρνιάσουν. Ήταν όλοι
μαζί κι όμως ο καθένας μοναχός. Το δράμα της καθημερινότητας το έφτιαχναν στίχο.
Τόση ήταν η δύναμή τους. Και το πάθος τους δεν μπορούσε να καταλαγιάσει, δεν ξεθώριαζε
με καμία απαγόρευση. Καμία μοναξιά δεν ήταν αρκετή για να τους λυγίσει. Ήταν όμως
το συναίσθημα της ελευθερίας που έλειπε από το όνειρο, για αυτό δεν έφτασαν
μέχρι τα γεράματα. Δεν μετρίασαν την ζωή τους, τον χαρακτήρα τους, τα ιδανικά τους,
κάπως έτσι με έντονα γράμματα κόκκινου χρώματος σαν τα μάτια τους: Αυτοκτόνησαν...
