Πάει καιρός που πονάει το σαγόνι απο την πίεση, που το
σαμπουάν ενοχλεί τις πληγές στο κεφάλι απ το ξύσιμο, που τις κοκκινάδες στο εσωτερικό
των αγκώνων τις κρύβουν τα χειμωνιάτικα ρούχα.
Μια άγνωστη εσωτερική μάχη με τις ανικανοποίητες ανάγκες, με πράγματα που αλλάζουν αλλά ο φόβος κυριεύει τις πράξεις αλλαγής.
Σαν ένα μόνιμο μετέωρο βήμα στην αβεβαιότητα. Τίποτα γύρω δεν είναι σταθερό, όλα θα φύγουν, θα απομακρυνθούν είτε επιτηδευμένα από λάθος διαχείριση είτε γιατί αυτό έφερε η ροή των πραγμάτων. Κάθε βήμα είναι πιο βαρύ, πιο δύσκολο, πιο επώδυνο, κάθε βήμα σε ένα τεντωμένο σκοινί που δεν κατάλαβα πως βρέθηκα να το διασχίζω. Ούτε έχω αναληφθεί τις συνέπειες αν πέσω και ούτε με νοιάζει τι θα γίνει αν. Καμία προσπάθεια, μόνο υποκρισία πίσω από όλα καλά, ναι μια χαρά. Πώς συνδυάστηκε τόσο αρμονικά ο φόβος για το αύριο με την αδιαφορία; Δεν βγάζουν νόημα οι σκέψεις, έβγαλαν κάποιο βαθύ μελαγχολικό νόημα σε κάποιο bad trip και άφησαν ακόμη μεγαλύτερο κενό σε εκείνο το κουτάκι που δίνει το καθημερινό κίνητρο. Δεν μου αρέσει να είμαι αυτός που διαλέγει στρατόπεδο ούτε αυτός που δεν ασχολείται, έχω την τάση να δημιουργώ. Κάτι δεν μου αρκεί, κάτι υστερεί, κάτι κάπου πάνω μου, κάτι που δεν σκέφτομαι, κάτι που δεν θεωρώ σημαντικό, κάτι που έχω ξεχάσει, κάτι δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Κάτι με ξυπνάει με κλάματα και δεν ξέρω ούτε μπορώ να φανταστώ τί στο διάολο είναι.
Είναι η εποχή που ζούμε, είναι οι αλλαγές, είναι ό,τι έχει περάσει ο καθένας για να έρθει στην θέση που είναι. Όχι. Δεν έχει αρχή για να υπάρχει αιτία.
Πάει καιρός που δεν ξέρω τι με κλείνει σε ένα δωμάτιο, αποπροσανατολίζω τις σκέψεις μου, ασχολούμαι με επίκαιρα επιφανειακά ζητήματα που δεν με ενδιαφέρουν. Δεν με ενδιαφέρει ο εαυτός μου; Αυτό που θα σκεφτώ είναι σκουρόχρωμο, δεν θα προκαλέσω και δεν θα δεχτώ επιρροή από καμία αισιόδοξη σκέψη.
Παρόλα αυτά δεν πνίγομαι. Δεν νιώθω ότι δεν αντέχω, ότι χρειάζομαι κάτι. Είναι υπερβολικά κενό. Και τώρα που γράφω νιώθω να κόβονται τα πόδια μου από κάποιο αόρατο άγχος. Πώς χάνω τόσο εύκολα τον έλεγχο του εαυτού μου, επανέρχεται και είναι σαν διάλειμμα 5 λεπτών, βγαίνει το μυαλό έξω από το σώμα αλλά δεν μπορώ να με κοιτάξω στα μάτια. Να ένας μεγάλος φόβος, τι θα δω αν με κοιτάξω στα μάτια, το αποφεύγω, δεν ντρέπομαι, δεν είναι ότι δεν με έχω δεχτεί, είναι ότι τα όρια που οι σκέψεις προσπερνούν μέσα στη μοναξιά δεν έχουν μέτρο. Και είναι ωραία η μοναξιά. Άλλος ένας φόβος, να μην χαθεί κάτι που πρέπει να σπάσει κάποια στιγμή. Καμία προτεραιότητα, δεν τις θεωρώ αναγκαίες γιατί πιστεύω πως είναι ρευστές, στη δική μου οπτική τουλάχιστον δεν έχουν θέση.
Είναι Σάββατο βράδυ, πάντα γράφω βράδυ και πάντα προτιμούσα να γράφω όσο η πλειοψηφία του κόσμου διασκέδαζε. Νομίζω ότι έχω τον σωστό παλμό όταν δεν συμβιβάζομαι με τις στιγμές των υπολοίπων. Το σήμερα είναι η γραφική μου ύλη κι ας μην ξέρω τι χρειάζομαι.
Νιώθω ήδη καλύτερα που το έγραψα αυτό, δεν το ξανά διαβάζω καν, δημοσίευση. Ούτως ή άλλως δεν είναι αυτή η Αχίλλειος πτέρνα.
Μια άγνωστη εσωτερική μάχη με τις ανικανοποίητες ανάγκες, με πράγματα που αλλάζουν αλλά ο φόβος κυριεύει τις πράξεις αλλαγής.
Σαν ένα μόνιμο μετέωρο βήμα στην αβεβαιότητα. Τίποτα γύρω δεν είναι σταθερό, όλα θα φύγουν, θα απομακρυνθούν είτε επιτηδευμένα από λάθος διαχείριση είτε γιατί αυτό έφερε η ροή των πραγμάτων. Κάθε βήμα είναι πιο βαρύ, πιο δύσκολο, πιο επώδυνο, κάθε βήμα σε ένα τεντωμένο σκοινί που δεν κατάλαβα πως βρέθηκα να το διασχίζω. Ούτε έχω αναληφθεί τις συνέπειες αν πέσω και ούτε με νοιάζει τι θα γίνει αν. Καμία προσπάθεια, μόνο υποκρισία πίσω από όλα καλά, ναι μια χαρά. Πώς συνδυάστηκε τόσο αρμονικά ο φόβος για το αύριο με την αδιαφορία; Δεν βγάζουν νόημα οι σκέψεις, έβγαλαν κάποιο βαθύ μελαγχολικό νόημα σε κάποιο bad trip και άφησαν ακόμη μεγαλύτερο κενό σε εκείνο το κουτάκι που δίνει το καθημερινό κίνητρο. Δεν μου αρέσει να είμαι αυτός που διαλέγει στρατόπεδο ούτε αυτός που δεν ασχολείται, έχω την τάση να δημιουργώ. Κάτι δεν μου αρκεί, κάτι υστερεί, κάτι κάπου πάνω μου, κάτι που δεν σκέφτομαι, κάτι που δεν θεωρώ σημαντικό, κάτι που έχω ξεχάσει, κάτι δεν με αφήνει να κοιμηθώ. Κάτι με ξυπνάει με κλάματα και δεν ξέρω ούτε μπορώ να φανταστώ τί στο διάολο είναι.
Είναι η εποχή που ζούμε, είναι οι αλλαγές, είναι ό,τι έχει περάσει ο καθένας για να έρθει στην θέση που είναι. Όχι. Δεν έχει αρχή για να υπάρχει αιτία.
Πάει καιρός που δεν ξέρω τι με κλείνει σε ένα δωμάτιο, αποπροσανατολίζω τις σκέψεις μου, ασχολούμαι με επίκαιρα επιφανειακά ζητήματα που δεν με ενδιαφέρουν. Δεν με ενδιαφέρει ο εαυτός μου; Αυτό που θα σκεφτώ είναι σκουρόχρωμο, δεν θα προκαλέσω και δεν θα δεχτώ επιρροή από καμία αισιόδοξη σκέψη.
Παρόλα αυτά δεν πνίγομαι. Δεν νιώθω ότι δεν αντέχω, ότι χρειάζομαι κάτι. Είναι υπερβολικά κενό. Και τώρα που γράφω νιώθω να κόβονται τα πόδια μου από κάποιο αόρατο άγχος. Πώς χάνω τόσο εύκολα τον έλεγχο του εαυτού μου, επανέρχεται και είναι σαν διάλειμμα 5 λεπτών, βγαίνει το μυαλό έξω από το σώμα αλλά δεν μπορώ να με κοιτάξω στα μάτια. Να ένας μεγάλος φόβος, τι θα δω αν με κοιτάξω στα μάτια, το αποφεύγω, δεν ντρέπομαι, δεν είναι ότι δεν με έχω δεχτεί, είναι ότι τα όρια που οι σκέψεις προσπερνούν μέσα στη μοναξιά δεν έχουν μέτρο. Και είναι ωραία η μοναξιά. Άλλος ένας φόβος, να μην χαθεί κάτι που πρέπει να σπάσει κάποια στιγμή. Καμία προτεραιότητα, δεν τις θεωρώ αναγκαίες γιατί πιστεύω πως είναι ρευστές, στη δική μου οπτική τουλάχιστον δεν έχουν θέση.
Είναι Σάββατο βράδυ, πάντα γράφω βράδυ και πάντα προτιμούσα να γράφω όσο η πλειοψηφία του κόσμου διασκέδαζε. Νομίζω ότι έχω τον σωστό παλμό όταν δεν συμβιβάζομαι με τις στιγμές των υπολοίπων. Το σήμερα είναι η γραφική μου ύλη κι ας μην ξέρω τι χρειάζομαι.
Νιώθω ήδη καλύτερα που το έγραψα αυτό, δεν το ξανά διαβάζω καν, δημοσίευση. Ούτως ή άλλως δεν είναι αυτή η Αχίλλειος πτέρνα.